αναταράζομαι


αναταράζομαι
αναταράζομαι, αναταράχτηκα, αναταραγμένος βλ. πίν. 24 και πρβλ. αναταράσσομαι

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πορφύρω — Α 1. (για τη θάλασσα) φουσκώνω, αναταράζομαι υπόκωφα, χωρίς να σπάνε τα κύματα (α. «ὡς ὅτε πορφύρῃ πέλαγος μέγα κύματι κωφῷ», Ομ. Ιλ. β. «ὑπὸ στείρῃσι θάλασσα πορφύρει», Άρατ. γ. «δίνῃ πορφύροντα διήνυσαν Ἑλλήσποντον», Απολλ. Ρόδ.) 2. μτφ. (για… …   Dictionary of Greek

  • κυκώ — κυκῶ, άω, ποιητ. τ. κυκανῶ, άω (Α) 1. αναμιγνύω, ανακατεύω κάτι με κάτι άλλο (α. «τυρόν τε καὶ ἄλφιτα καὶ μέλι χλωρὸν οἴνῳ... ἐκύκα», Ομ. Οδ. β. «αἱ μὴ τί τ εἴπην γλώσσ ἐκύκα κακόν», Σαπφ. γ. «τοῡ θύμου τρίβων κυκῶμαι», Αριστοφ.) 2. αναταράσσω… …   Dictionary of Greek

  • κυματίζω — (AM κυματίζω) [κύμα] προκαλώ κυματισμό, σηκώνω κύματα, κάνω κύματα νεοελλ. μτφ. κινώ κάτι ή κινούμαι κυματοειδώς («η σημαία κυματίζει») μσν. 1. χτυπώ, προσκρούω 2. (για τα μάτια) ανοιγοκλείνω γνέφοντας, παιχνιδίζω 3. φρ. «κυματίζω τὴν γλῶσσάν… …   Dictionary of Greek

  • περιβράσσω — και αττ. τ. περιβράττω, ΜΑ βράζω και τινάζομαι ολόγυρα μσν. μέσ. περιβράσσομαι (για πρόσ.) αναταράζομαι, σπαρταρώ από γέλια, από οργή ή από θλίψη. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + βράσσω «αναταράσσω, σείω, κλονίζω»] …   Dictionary of Greek

  • περισπέρχω — Α 1. βιάζω κάποιον από παντού, καταδιώκω, αναγκάζω, συνταράζω 2. παθ. περισπέρχομαι συνταράζομαι, εξοργίζομαι 3. (για τρικυμισμένη θάλασσα) βρίσκομαι σε μεγάλη κίνηση και αναταραχή, αναταράζομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + σπέρχω «θέτω σε ταχεία… …   Dictionary of Greek

  • πορφύρα — I Σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από τριχοειδείς αιμορραγίες του δέρματος, των βλεννογόνων ή του παρεγχύματος. Στο δέρμα η π. εκδηλώνεται με μικρές κόκκινες κηλίδες που δεν εξαλείφονται αν πιεστούν με γυάλινη πλάκα. Οι π. διαιρούνται σε δύο μεγάλες… …   Dictionary of Greek

  • σπαρνώ — Ν 1. τρεμοπαίζω, αναπετώ, πεταρίζω («σπαρνάει το μάτι μου») 2. αναταράζομαι από φόβο ή από αγωνία. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. σπαρ (πρβλ. σπαράσσω, ασπαίρω), κατά τα ρ. περνώ, γυρνώ κ.λπ.] …   Dictionary of Greek

  • αναταράσσομαι — αναταράσσομαι, αναταράχθηκα και αναταράχτηκα, αναταραγμένος βλ. πίν. 28 και πρβλ. αναταράζομαι …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αναδεύω — ανάδεψα, αναδεύτηκα 1. μτβ., αναταράζω, ανακατώνω: Παιδί μου, μην αναδεύεις τη λάσπη. 2. αμτβ., αναδεύω και συνήθ. αναδεύομαι ανακινούμαι, αναταράζομαι λίγο: Τι αναδεύεσαι σαν το σκουλήκι; (για παιδί μικρό που δεν ησυχάζει στο κρεβατάκι του) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανασαλεύω — σάλεψα, σαλεύτηκα 1. μτβ., κουνώ ελαφρά: Τον ανασάλεψε λίγο για να ξυπνήσει. 2. αμτβ., αναταράζομαι, κουνιέμαι ελαφρά: Ανασάλεψε λίγο, αλλά ύστερα ξανακοιμήθηκε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)